Πετράδες
Ξακουστοί μάστορες της πέτρας, οι Λημνιοί πετράδες, χτίστες και πελεκάνοι, άφησαν εξαιρετικά δείγματα της τέχνης τους στη Μύρινα και στα χωριά του νησιού. Περιζήτητη η πέτρα από το χωριό Ρωμανού, για τέμπλα, κίονες, καμπαναριά, καθώς ήταν ανθεκτική και εύκολα λαξεύσιμη, κι ονομαστοί οι πετράδες που ανέδειξε το χωριό, τον Σκούφαρο, τον Αφιώνη, τον Κακαβέλη, τον Μακαρούνη.
Οι τεχνίτες της πέτρας μαθήτευαν την τέχνη δίπλα σε πρωτομάστορες, ξεσηκώνοντας τον τρόπο να φτιάχνουν λιθοδομές και ξερολιθιές, να βγάζουν την πέτρα από το νταμάρι και να την πελεκούν, «κεντώντας» σπίτια, σχολειά, εκκλησιές, ως και μνήματα όπως στο Αγγλικό Νεκροταφείο του Μούδρου.
Μετά τον πόλεμο, οι περισσότεροι Λημνιοί πετράδες στράφηκαν στη γεωργία για βιοπορισμό κι αργότερα, το τούβλο και το τσιμέντο εκτόπισαν την πέτρα από βασικό οικοδομικό υλικό του νησιού.
Μυλωνάδες του σουσαμιού
Στη Λήμνο παλιά καλλιεργούσαν συστηματικά το σουσάμι, πρώτη ύλη για το ταχίνι και τον χαλβά. Το καλοκαίρι, οι αγρότες θέριζαν το φυτό με το χέρι, κοσκίνιζαν τον καρπό και το πήγαιναν στους σουσαμόμυλους.
Οι σαμομυλωνάδες έβρεχαν το σουσάμι στη γούρνα και το στράγγιζαν. Την άλλη μέρα, το καβούρντιζαν στον φούρνο με τον ατμό από τη φωτιά που σιγόκαιγε τα ξερά βούρλα και το θυμάρι. Σειρά είχε το άλεσμα του σουσαμιού, με το άλογο που γύριζε τις μυλόπετρες, για να δώσει το ταχίνι.
Έπειτα, έβαζαν το ταχίνι στο καζάνι κι έριχναν σουσαμέλαιο για μαγιά, να κοχλάσει σε δυνατή φωτιά, πλημμυρίζοντας άρωμα όλο το χωριό. Πατούσαν στην πρέσα το μίγμα κι έπαιρναν το σουσαμέλαιο.
Παραδοσιακοί σουσαμόμυλοι σώζονται στο χωριό Βάρος, στα Λύχνα καθώς και κομμάτια παλιού μύλου στο Κοντοπούλι.
Σηροτρόφοι
Μεταξοσκώληκες να τρώνε με τη σέσουλα τα φύλλα της μουριάς, να κατοικούν στα ράφια και στις κάμαρες του σπιτιού, να θερμαίνονται με ξυλόσομπες και τζάκια μην τυχόν και κρυώσουν και δεν φάνε, ενώ ο οικοδεσπότης με τη φαμίλια του, στριμωγμένοι όλοι σε ένα καμαράκι, να ζουν με την έγνοια των κουκουλιών.
Δεν ήταν παράδοξο αλλά καθημερινή πραγματικότητα στα σπίτια των σηροτρόφων της Λήμνου, των κατοίκων δηλαδή του νησιού που, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, ασχολούνταν με την εκτροφή του μεταξοσκώληκα για την παραγωγή του μεταξιού.
Η όλη διαδικασία ήταν οικογενειακή υπόθεση, το εργαστήρι όπου εκτρέφονταν τα ζωύφια ήταν το σπίτι του σηροτρόφου και την κύρια φροντίδα για το τάισμα με φύλλα μουριάς και το μεγάλωμα της κάμπιας είχαν οι γυναίκες, ώσπου ο μεταξοσκώληκας να δώσει το κουκούλι με την πολύτιμη κλωστή.
Όμως, λιγόστεψαν σιγά σιγά στο νησί οι μουριές, ήρθε το βαμβάκι και πιο μετά, τα συνθετικά υφάσματα, να εκτοπίσουν το εργόχειρο του μοσχαναθρεμμένου, οικόσιτου μεταξοσκώληκα.
Βαρελάδες
Επάγγελμα άρρηκτα δεμένο με την οινοποιητική παράδοση του νησιού. Οι βαρελάδες έφτιαχναν στο χέρι τα ξύλινα βαρέλια, ζύγιαζαν με τέχνη τα τσέρκια και τα παρέδιδαν στεγανοποιημένα στον οινοποιό.
Αυτός με τη σειρά του, τα έπλενε με ζεματιστό νερό, μέσα στο οποίο έριχνε δεντρολίβανο, φλισκούνι, θυμάρι, φύλλα κυδωνιάς και βασιλικό, για να «κλέψει» το κρασί αρώματα από το βαρέλι. Σήμερα, το επάγγελμα του βαρελά έχει εκλείψει στη Λήμνο καθώς τα δρύινα γαλλικά βαρέλια πήραν τη θέση των χειροποίητων βαρελιών στα κελάρια των οινοποιείων του νησιού.